|
ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ
ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
γενετική οντότητα:
νεόκοπος όρος της έρευνας στο χώρο της Διανοητικής που αναφέρεται σ' εκείνο το μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης το οποίο μεριμνά για τους αυτοματοποιημένους μηχανισμούς τους σώματος, όπως είναι οι χτύποι της καρδιάς, η αναπνοή κ.λπ.
γουίθχολντ (withhold):
μια σιωπηρή και αδήλωτη παραβίαση ενός κώδικα ηθών με τον οποίο δεσμεύεται ένα άτομο. Ένα όβερτ που διέπραξε ένα άτομο και για το οποία δε μιλά. Κάθε γουίθχολντ ακολουθεί μια όβερτ πράξη. Βλ. και στο λήμμα όβερτ στο παρόν γλωσσάριο.

|