|
ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ
ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
αισθητική εντύπωση: κάθε μήνυμα που λαμβάνεται με τις αισθήσεις, όπως εικόνα, ήχος, οσμή κ.λπ.
αναλυτική διάνοια: το μέρος της διάνοιας το οποίο χρησιμοποιεί κανείς συνειδητά και του οποίου έχει την επίγνωση. Είναι το μέρος της διάνοιας που σκέφτεται, παρατηρεί δεδομένα, θυμάται και επιλύει προβλήματα. Βλ. Κεφάλαιο 4.
αντιδραστική διάνοια:
το τμήμα της διάνοιας που λειτουργεί εξολοκλήρου στη βάση ερέθισμα-απόκριση, το οποίο δε βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της θέλησης του ατόμου και το οποίο ασκεί πίεση και έχει δύναμη εντολής πάνω στην επίγνωση, τους στόχους, τις σκέψεις, το σώμα και τις ενέργειες του ατόμου. Βλ. Κεφάλαιο 4.
Αντικειμενικά:
συντομογραφία για το Αντικειμενικό Πρόσεσινγκ, μια ενέργεια ώντιτινγκ που βοηθάει ένα άτομο να κοιτάξει ή να στρέψει την προσοχή έξω από τον εαυτό του.
αντικοινωνικό άτομο:
ένα άτομο το οποίο έχει μερικά πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και τρόπο σκέψης που το κάνουν να καταπιέζει άλλα άτομα γύρω του. Πρόκειται για το άτομα του οποίου η συμπεριφορά είναι εσκεμμένα καταστροφική. Λέγεται επίσης και καταπιεστικό άτομο. Βλ. Κεφάλαιο 17.
αντιπροσπάθεια:
η προσπάθεια κάποιου ανθρώπου ή πράγματος στο περιβάλλον ενός ατόμου που ενεργεί ενάντια σ' αυτό το άτομο.
αποκατάσταση:
μια ενέργεια ώντιτινγκ η οποία χρησιμοποιείται για να βοηθήσει ένα άτομο να ανακτήσει μια προηγούμενη ικανότητα ή κατάσταση ύπαρξης ή μια καλύτερη κατάσταση η οποία αμφισβητήθηκε, δεν έγινε δεκτή ή καταπιέστηκε.
ασέσμεντ:
μια τεχνική ώντιτινγκ η οποία βοηθάει στον εντοπισμό συγκεκριμένων τομέων ή θεμάτων όπου ο πρηκλήαρ έχει συσσωρεύσει φορτίο, έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπιστούν με το ώντιτινγκ.
αυτοβουλία:
η κατάσταση καθορισμού των δικών μας ενεργειών. Η ικανότητα να είμαστε κύριοι του εαυτού μας.

|